Τρίτη, 12 Ιουνίου 2012

κόλαση στην ανάβυσσο - μέρος δεύτερο

(συνέχεια αυτής της ανάρτησης)


24 / 04 / 1999

12:45




Είχε γείρει αποκαμωμένος σε μια γωνιά που ένιωσε με τη πλάτη του, καθισμένος πάνω στα πλακάκια με τα πόδια μαζεμένα και τα χέρια του ν’ αγκαλιάζουν τα γόνατά του, όλο το κορμί πονούσε, τα γόνατα του είχανε γδαρθεί έτσι όπως τον έσερναν, η μέση του είχε νυχιές και κοκκινίλες έτσι όπως στηριζόντουσαν πάνω του και τον είχαν γραπώσει και του τραβούσαν το δέρμα και τη σάρκα για να μπουν όσο το δυνατόν πιο βαθειά, το σαγόνι του είχε σχεδόν βγει απ’ τη θέση του απ’ τα χαστούκια, αναρωτήθηκε αν θα είχε και μελανιές παντού εκτός από κοκκινίλες, αν το δέρμα του περιλαίμιου που φορούσε ακόμα θα είχε ερεθίσει τον άμαθο σβέρκο.

Δε μπορούσε να καταλάβει πόσο κράτησε η φάση, μπορεί να του φάνηκαν ώρες αλλά κατάλαβε ότι μάλλον όλοι έχυσαν σχετικά γρήγορα και όλο το σκηνικό διαλύθηκε λίγο πριν νιώσει ότι δεν άντεχε άλλο, ένα τέταρτο; δύο; τρία τέταρτα; Δε μπορούσε να υπολογίσει.

Μέσα στη ζάλη του, δεν περίμενε να του πούνε τίποτα, απλά όταν έπαψαν να ασχολούνται μαζί του, σούρθηκε στα τυφλά στη πρώτη γωνιά που βρήκε.

Τα μάτια του ήταν ακόμα δεμένα, αναρωτήθηκε αν ήταν ακόμα σε πλήρη θέα η είχε κάπως κρυφτεί απ' τα αδηφάγα βλέμματα. Οι άντρες μιλούσαν χαμηλόφωνα, κάπου ένα καλαμπούρι ή καμιά χοντράδα, αλλά τ’ αυτιά του βούιζαν υπερβολικά για να βγάλει νόημα απ’ τις κουβέντες.

- Σπύρο;

Ανάμεσα από ήχους από ανάματα αναπτήρων και ρουφηξιές από τσιγάρα και τσουγκρίσματα ποτηριών με αποκαμωμένα μουρμουρητά δεν μπορούσε να ξεχωρίσει το Σπύρο του.

- Σπύρο; ξαναρώτησε.

- Λέγε μωρό, άκουσε ανακουφιστικά απ’ το βάθος του σαλονιού.

- Λίγο νερό ρε συ.

Το στόμα του είχε κολλήσει κι ένιωθε στη γλώσσα μια γλίτσα από βρωμιά, βαρβατίλα με σπέρμα.

- Δίψασε ο πούστης σου μαλάκα, άντε να τον νταντέψεις.

- Άσχημα πέρασες ρε μαλάκα; είπε έντονα ο Σπύρος κι άκουσε τα βήματά του.

Λίγο μετά τον λυτρωτικό ήχο της βρύσης που γέμιζε ένα ποτήρι νερό, ένιωσε τον Σπύρο να γονατίζει δίπλα του και να του το δίνει.

- Να βγάλω το μαντήλι ρε συ; ρώτησε μετά από μερικές γουλιές.

- Θα δούμε.

Ένιωθε τον πρωκτό του, χαλαρό, ξεχειλωμένο, γεμάτο από ζουμιά και σπέρματα και του ήταν πια ανυπόφορο να προσπαθεί να τα κρατήσει μέσα του. Από το πρώτο γαμήσι που του φάνηκε κυριολεκτικά ατέλειωτο και μετά, είχε χαλαρώσει και περισσότερο τον ενοχλούσε η βία και η πίεση σ’ όλο το υπόλοιπο σώμα, παρά ο σφιγκτήρας του, απλά ένιωθε ότι μπαινόβγαιναν μέσα του, αλλά χωρίς ανυπόφορη ενόχληση, απλά δυνατό τσούξιμο κι ερεθισμό.



- Πονάω ρε συ, θέλω να πάω στο μπάνιο, να πλυθώ, να με δω σ ένα καθρέφτη, πονάω παντού…

Άδειασε λαίμαργα το ποτήρι, του το' δωσε και τον κατάλαβε που χαϊδεύοντας του τα μαλλιά ξανασηκώθηκε όρθιος.

- Ρε Γιάννη, εσύ δε με ρωτούσες πως πλένονται οι πούστηδες;

-Μη ρε συ, τι κάνεις γαμώτο, ντρέπομαι.

-Σουτ, θα γίνει ότι λέμε.

-Ναι ρε, θέλει τώρα; Να τον πάω; είπε μια φωνή απ' το βάθος.

-Ναι, έλα πάρτον.

-Στο μεγάλο, δίπλα, μη τον πάς πάνω, μετά θ’ ανέβουμε πάνω, το βράδυ, είπε ο «γιατρός».



Με το που ο Γιάννης του έβγαλε το περιλαίμιο και το μαντήλι, ο Νίκος στραβώθηκε από το ξαφνικό φως.

Εντυπωσιασμένος απ’ το τεράστιο λουτρό κατάλαβε ότι βρισκόταν σε πολύ καλό σπίτι, μάλλον του γιατρού.

-Τελείωνε, είπε ο Γιάννης ακουμπισμένος στο κούφωμα της πόρτας με τα χέρια σταυρωμένα, χαζεύοντάς τον. Θέλω να δω πως πλένονται οι πούστηδες.



«έχεις όρεξη να γαμηθείς μου φαίνεται» σκέφτηκε.



-Ρε συ, κλείσε τη πόρτα, σε παρακαλώ

-Τελείωνε ρε απογαμίδι μη σε πάω μέσα για δεύτερη γύρα στο καπάκι! Πλύσου, τέλειωνε, που σε πιασαν οι ντροπές!



Καθώς τον κοίταζε συνειδητοποίησε ότι σε άλλη περίπτωση ούτε που θα του’ δινε δεύτερη ματιά. Γύρω στα 45, φαλακρός, με γκρίζα λίγα μαλλιά στο ύψος των κροτάφων, λιπόσαρκος στο σώμα και με πολύ λεπτά μπράτσα και πόδια και με μια στρογγυλή κοιλιά που ξεχείλωνε μια παλιομοδίτικη φανέλα.



 - Σου σκίσαμε το πάτο και ντρέπεσαι τώρα, σκατό!



Μην έχοντας άλλη επιλογή κάθισε στη τουαλέτα, κατούρησε μπροστά στο ειρωνικό χαμόγελο του γαμιά του, έπιασε το τηλέφωνο του ντους από τη μπανιέρα ακριβώς δίπλα του, το ξεβίδωσε κι ακούμπησε την άκρη του στο άνοιγμα του πρωκτού του. Λίγο πριν προλάβει να το κάνει, ένας ελαφρύς υπόκωφος ήχος ακούστηκε μέσα στη λεκάνη.

-Όπα, περίμενε, είπε ο Γιάννης και τον πλησίασε. Σκαρφάλωσε πάνω στη λεκάνη, θέλω να βλέπω τη τρύπα σου.



«κοπρολάγνος;»



Αφού έφτασε ως εκεί, δεν έχανε τίποτα άλλο πια, έκανε ότι του είπε.

-Σφίξου να χέσεις, θέλω να δω τα χύσια μας.

Χωρίς να χρειαστεί να το πει δεύτερη φορά, άρχισαν να τρέχουν ζουμιά από τη κουρασμένη τρυπούλα, πηχτά ζουμιά που δεν είχαν τελειωμό, με υπόκωφους, υγρούς θορύβους.

-Καύλα πούστη μου, είπε ο τύπος κι έβαλε το χέρι μέσα από το παντελόνι του. Σαν μουνί είναι η σούφρα σου, μουνί στη κάναμε, σφίξου κι άλλο ρε πούστη, άδειασέ το, θέλω να τα δω.

Έβγαλε έξω από το παντελόνι του ένα βρώμικο καυλωμένο πέος με πηχτά απομεινάρια σπέρματος κι άρχισε να το παίζει.

-Σφίξου μανάρα μου, σφίξου. Πλύσου και λίγο να σε δω. Πλύνε τη σούφρα σου τη ξεσκισμένη να σε δώ.

Η επαφή με το κρύο νερό, έστω και μπροστά σε κάποιο τρίτο, τον ανακούφισε όσο τίποτα. Με κόπο εφάρμοσε την άκρη του σωλήνα στο ταλαιπωρημένο άνοιγμα του πρωκτού κι άφησε μπόλικο νερό να μπει μέσα του.

-Έλα μωρό, χέσε τα σκατουλάκια σου να σε δω.

Το Imodium που είχε πάρει τη προηγουμένη είχε κάνει τέλεια δουλειά, το μόνο που βγήκε από μέσα του ήταν σπέρματα, βλέννες από τον ταλαιπωρημένο βλεννογόνο και μικροσκοπικά περιττώματα.

-Χέζει το μωράκι, χέζει; είπε και σηκώθηκε όρθιος. Έλα μωρό, πάρε ένα τσιμπούκι του μπαμπάκα, έλα κοριτσάκι μου.

Αδιαμαρτύρητα, αφέθηκε στο να του χώσει στο στόμα το όργανό του, λερωμένο από πριν, λίγο που τον ένοιαζε πια.

-Άσε με να κάνω ένα ντους μετά, σε παρακαλώ.

-Ναι μανάρα μου, ναι μουνίτσα μου, θα σ’ αφήσω, θα σ’ αφήσω, φάε το μεζέ του μπαμπάκα σου τώρα, έλα, έλα, έλα.

Κι έχυσε πάλι σχεδόν αμέσως.



- Άντε πλύσου κι έλα, μην αργήσεις, θα θυμώσουν.



Λυτρωτικά, απόλαυσε την επαφή με το νερό, βλέποντας το είδωλό του στο μεγάλο καθρέφτη που έπιανε από τη μια άκρη της μπανιέρας ως τη άλλη. Είχε πολλές κοκκινίλες παντού, που αν στη διάρκεια του σαββατοκύριακου το παιχνίδι συνεχιζόταν με την ίδια ένταση, σίγουρα θα γινόντουσαν μελανιές και θα πονούσαν και θα τον ταλαιπωρούσαν για καμιά βδομάδα, το θέαμα όμως τον καύλωσε. Έσκυψε κι άνοιξε τα πόδια του να εξετάσει και τη σχισμάδα του ανοίγοντας διάπλατα τους γλουτούς, κι εκτός που όλη τους η επιφάνεια ήταν με κόκκινα σημάδια από τις βίτσες, η τρυπούλα του ήταν ελαφρά πρησμένη, τα κωλόχειλα ήταν φουσκωμένα. Την έσφιξε με λίγο κόπο αλλά κατάλαβε ότι μπορούσε τελικά να αντέξει πολλά περισσότερα.



«τα κατάφερα» σαν να σκέφτηκε, κι όρθιος όπως ήταν, χαϊδεύοντας το μικρό του σκληρό πέος με τις σαπουνάδες, έχυσε υπέροχα, λυτρωτικά, με μερικούς σπασμούς, χωρίς καν να το καταλάβει.



Λίγο μετά, ακολουθώντας ομιλίες, διέσχισε ένα διάδρομο έξω από το μπάνιο και βγήκε σ’ ένα τεράστιο, εντυπωσιακό χώρο. Πριν προλάβει να επεξεργαστεί πλήρως το γεγονός ότι είχε τρία διαφορετικά σαλόνια με ένα καναπέ και δύο πολυθρόνες το καθένα, μια τραπεζαρία για οχτώ άτομα, ένα τεράστιο τζάκι, τεράστιες μπαλκονόπορτες που έβλεπαν τη θάλασσα, εικόνες από τη προηγούμενή του ταλαιπωρία του ήρθαν αποσπασματικά, με εικόνα πλέον, κατάλαβε που τον είχαν γδύσει, σε ποια πολυθρόνα τον είχαν γείρει για να τον «εξετάσουν», που είχε χτυπήσει τους ώμους του καθώς τον έσερναν άγαρμπα σαν σκυλάκι, σε ποιες γωνίες, σε ποιο τραπεζάκι, και ποια γωνιά του χαλιού τού ανακούφισε τα γόνατα μετά από τα σκληρά πλακάκια την ώρα που τον γαμούσαν, αυτή στο μεγαλύτερο άνοιγμα μεταξύ των επίπλων.

-Τσακίσου κι έλα εδώ, άκουσε έναν από τους άντρες.

Ούτε που είχε προλάβει να κοιτάξει προς το μέρος τους στα δεξιά του τεράστιου χώρου, σ’ ένα μαύρο δερμάτινο καναπέ, κι αθέλητα έσκυψε το κεφάλι και πήγε προς το μέρος τους.

-Πλύθηκες μικρέ; Έχουμε και συνέχεια σε λίγο! είπε η ίδια φωνή κι ο Νίκος σήκωσε το κεφάλι του προς το μέρος του.

Ήταν γύρω στα 30, ο πιο νεαρός της παρέας, και μάλλον ο «γιατρός» αν έκρινε σωστά από τη φωνή και τα μικρά στρογγυλά γυαλιά του.

-Μάλιστα κύριε, είπε ανεπιτήδευτα κι ήξερε ότι μ’ αυτή την ατάκα ο Σπύρος θα χαμογελούσε υπερήφανα.

- Ρε μαλάκες, θα σαβουρώσουμε τίποτα; Μια η ώρα έχει πάει, άκουσε να λέει ο Γιάννης. Λέω να πάω για σουβλάκια, θα’ ναι ανοιχτό;

- Ναι, ανοιχτό είναι. Δε πάς; Εσύ πια το βράδυ θα ξαναγαμίσεις πάλι, σήμερα έχυσες για μια βδομάδα, είπε ο «γιατρός» και γέλασε δυνατά.

Μάλλον τους είχε ήδη πει για το τσιμπούκι στη τουαλέτα.

- Έλα μωρέ σαβουρογάμη που θα μας το παίξεις και μπήχτης! Μαλάκα, ε μαλάκα!

- Ε, για φέτος αρκετά γάμησες, συνέχισε ο "γιατρός" κι έσκασε στα γέλια.

- Μαλάκες πάω για σουβλάκια, μη κάνετε τίποτα, σε κάνα μισάωρο θα γυρίσω, είπε και σηκώθηκε.

- Έλα εδώ μωρό, στα πόδια μου, άκουσε το Σπύρο κι έκανε όπως του είπε, και κάθισε χάμω, δίπλα στα γόνατά του, αγκάλιασε το ένα κι ο Σπύρος τον επιβράβευσε με ένα χάδι στο κεφάλι.

-Καλό το σκυλάκι μου, ε; είπε στους άλλους.

-Μια χαρά! ξανάκουσε τη βαριά φωνή και γύρισε προς το μέρος της κι ανατρίχιασε.

Ένας απαίσιος κοιλαράς, εμετικός τύπος, με χοντρό γκρίζο μουστάκι, αποκρουστικά γυμνός από τη μέση και πάνω, βρωμερά ιδρωμένος και γυαλιστερός και τριχωτός σαν πίθηκος. Γύρω στα 45 κι αυτός, δεν μπορούσε καθόλου να φανταστεί πως τον είχε δεχτεί μέσα του.

- Έχει να φάει καλά από μένα, συνέχισε κι έβαλε το χέρι του μέσα από το παντελόνι.

- Ο Μιχάλης δεν σ’ έχει αγγίξει ακόμα, έσκυψε και του είπε ο Σπύρος.

- Αν και φοβέριζε ότι θα μας γαμίσει όλους στην αρχή, είπε ο Γιάννης γελώντας πριν κλείσει την εξώπορτα πίσω του.

Ο Νίκος κατάλαβε ότι ο Μιχάλης ήταν αυτός που όσο είχε δεμένα τα μάτια του μόστραρε με υπερηφάνεια το όργανο του στους άλλους.

-Μαλάκα, είπε ο «γιατρός», θέλω να τον ακούω όταν θα τον γαμίσεις, μαλάκα μου. Θα μας πάρει τ’ αυτιά με τις φωνές του.

Ο Σπύρος ξαναχάιδεψε το κεφάλι του Νίκου.

-Αν αντέξει κι αυτό η σούφρα του, θα πει ότι είναι από πολύ καλή πάστα ο πουστράκος σου.

-Περίμενες να στενέψει η σούφρα του μετά από μας ρε συ; Αφού έτσι κι αλλιώς θα τον σκίσεις που θα τον σκίσεις.

-Το καλό πράμα αργεί να γίνει, είπε ο Μιχάλης, σηκώθηκε όρθιος για να ξεκουμπώσει τη βερμούδα του και ξανακάθισε.

Ο Νίκος τον κοίταξε αποσβολωμένος.

Το πέος του ανθρωπόμορφου γορίλλα ήταν μια χοντρή μάζα κρέας, ακανόνιστη, με χοντρές πρησμένες φλέβες, με μια μεγάλη βυσσινιά βάλανο σαν μανταρίνι, χόντραινε απίστευτα αμέσως μετά μέχρι τη μέση για να ξαναλεπτύνει αισθητά στη βάση της. Σαν μισόκιλη φρατζόλα ψωμί. Το κρατούσε με τη παλάμη του επιδεικτικά και μετά βίας το πλατύ χέρι κάλυπτε το ένα τρίτο του οργάνου.

Το λαρύγγι του Νίκου ξαφνικά ξεράθηκε τελείως κι ένας κόμπος του ανέβηκε στο λαιμό. Του ήρθε να βάλει τις φωνές και μόνο στην ιδέα του ότι θα χώνευε αυτό το πράγμα, ήταν αδύνατο, νόμιζε πως θα’ μενε στο τόπο.

Γύρισε στον Σπύρο.

Είδε στα μάτια του που άστραφταν μια ειρωνεία, μια χαιρεκακία, μια καύλα, μια χαμογελαστή λύσσα που δε μπορούσε να εξηγήσει και το αίσθημα του φόβου του έγινε ανυπόφορο, κατάλαβε ότι δε θα τον προστάτευε, είχε έρθει εκεί για να ικανοποιήσει τους φίλους του, ότι και να ζητούσαν, πάει τέλειωσε. Προς στιγμήν αναρωτήθηκε που είχε μαζέψει όλους αυτούς τους τύπους, καμιά σχέση με τον ίδιο, αλλά δεν είχε καμία απολύτως σημασία.

-Σοβαρά μαλάκες, μόνο με Viagra μπορώ πια να το σηκώσω, ευτυχώς που βγήκαν κι αυτά τα μαραφέτια.

- Καλά ρε μαλάκα, τη βάζεις πουθενά;

- Ε, σε καμιά πουτάνα, που αλλού; Σε κώλο δεν την έχω χώσει, με τίποτα. Κι ένας πούστης που μου' χε κολλήσει μια φορά, πήγα να του το χώσω και το' βαλε στα πόδια το αρχίδι, είπε και γέλασε απαίσια.

Ο Νίκος συνέχιζε να βλέπει το τεράστιο όργανο σαν υπνωτισμένος.

- Σου καλαρέσει εσένα πουστράκι, ε;

Ο Σπύρος τον έσπρωξε ελαφρά.

- Έλα πουστράκο μου, άντε να του τη γλύψεις.

Με μισή καρδιά ο Νίκος, σύρθηκε μέχρι τα πόδια του εμετικού άντρα ακριβώς δίπλα από το Σπύρο. Το θέαμα από κοντά ήταν ακόμα χειρότερο, τα δασύτριχα πόδια μύριζαν από μακριά "θα τους πω να είναι καθαροί – χέστηκε που θα τους έλεγε κάτι τέτοιο”, ξινίλα που ερχόταν ανάμεσα από τα τριχωτά μπούτια τού τσάκιζε τα ρουθούνια και βαρβατίλα από τα τεράστια σαν μικρά πορτοκάλια αρχίδια. Το θέαμα του τεράστιου πέους, παρότι επιβλητικό, του προξενούσε τρόμο. Ούτε καν μπορούσε να κλείσει τη φούχτα του γύρω του, του έμοιαζε σαν πόδι μικρού παιδιού, αρκέστηκε να του το γλύψει έντονα σ’ όλο του το μήκος, και ανοίγοντας το στόμα του όσο μπορούσε να κλείσει τα χείλια του γύρω απ’ τη βρώμικη βάλανο και λίγο πιο κάτω.

- Μη με δαγκώνεις πούστρα, τη γλώσσα σου και τα χειλάκια σου να νιώθω μόνο.

Κι έκανε ότι καλύτερο και περισσότερο μπορούσε και το άμορφο πέος πια ήταν σαν πέτρα.

- Έτοιμο το κωλάντερό σου βρωμόπουστα; Θα μου το καταπιείς; μουρμούρισε καυλωμένα παίζοντας το και με τα δυό του χέρια.

-Δε… δε μπορώ, αποκλείεται, τόλμησε να ψελλίσει κουνώντας αρνητικά το κεφάλι του.

-Τι; ρώτησε θυμωμένα ο Σπύρος φέρνοντάς του πίσω το κεφάλι τραβώντας τον από τα μαλλιά.

-Δε… δε μπορώ, αλήθεια, δε… δε μπορώ, κλαψούρισε ικετευτικά.

- Θα μπορέσεις και θα πεις κι ένα τραγούδι.

- Σπύρο, …με ξέρεις…, ότι θες, όχι αυτό, δε…, δε μπορώ, αποκλείεται.

Ένα δυνατό σκαμπίλι τον ξάπλωσε χάμω κι ο Σπύρος του έβγαλε τη βαριά παλιομοδίτικη buffalo σαγιονάρα του.

-Τι δε μπορείς ρε μαλακισμένο, φώναζε λυσσασμένα, τι πα να πει δε μπορείς; Θα με κάνεις ρεζίλι; Στους φίλους μου;

Άφριζε, αγνώριστος, σκληρός, σαν τη σκληρή παντόφλα που τον βάραγε με δύναμη παντού, του κοκκίνιζε και του μελάνιαζε τα μπούτια, τους γλουτούς, που του τσάκιζε και τα χέρια και τους καρπούς και τα δάχτυλα που πήγαινε να προστατεύει το σώμα του απ’ τα χτυπήματα.

- Θα με ντροπιάσεις βρωμόπουστα; θα με ντροπιάσεις γαμώ το κέρατο σου; θα σε λιανίσω, ρε, θα σε λιανίσω!

Κι αφού του κατάφερε μια δυνατή σφαλιάρα με τη παντόφλα στο σβέρκο, μ’ ένα δυνατό σπρώξιμο με το πόδι του στα πλευρά του τον έστειλε στο τζάκι, δυό μέτρα μακρύτερα.

-Θα μπορέσει και θα πει κι ένα τραγούδι, μούγκρισε ο Μιχάλης.

-Φυσικά και θα μπορέσει, λαχάνιασε ο Σπύρος, αυτό μας έλειπε.

- ΦΥΣΙΚΑ ΚΑΙ ΘΑ ΜΠΟΡΕΣΕΙ, ούρλιαξε προς το μέρος του παιδιού. Που θα πει όχι σε πούτσα, και μάλιστα στη ψωλάρα του φίλου μου.

-Μια χαρά του φέρεσαι, άκουσε το γιατρό, μια χαρά! Σούζα τον έχεις πάντα;

Γύρισε προς το Νίκο που ζαλισμένος απ’ τη παντοφλιά στο κεφάλι έκλαιγε πια κανονικά, με λυγμούς, κι απ’ το πόνο κι απ’ την αγωνία.

- Φυσικά τη βρωμόπουστα, σούζα, προσοχή, πρώτη φορά μου κάνει κόνξες.

- Λιάνισμα θέλει!

- Λιάνισμα θελει το γαμώσκυλο, που θα μας κάνει και νάζια, είπε κάνοντας γύρους στο μεγάλο δωμάτιο με τα χέρια στη μέση, πραγματικά θυμωμένος.

- Σπύρο…, ψέλλισε το παιδί.

-Φέρε το χταπόδι απ’ το αμάξι μου ρε Κώστα, ξεφύσηξε λαχανιασμένα ο Σπύρος προς το μέρος του γιατρού, θα τον δέσουμε στη πολυθρόνα.

"χριστέ μου"

- Κι αν δεν κωλοχωνέψεις τη ψωλάρα του φίλου μου, έτσι όπως θα σε δέσω θα σ’ ανοίξω τη τρύπα με κουζινομάχαιρο βρωμοπούτανο!



Κι ο Νίκος ένιωθε πια πραγματικό τρόμο.

(συνεχίζεται εδώ)














ΟΙ ΠΙΟ ΠΟΛΥΔΙΑΒΑΣΜΕΝΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ MOY